Με την απόφαση του ανώτατου ακυρωτικού Δικαστηρίου, το Δημόσιο δεν μπορεί να κατασχέσει αλλά ούτε να προχωρήσει σε πλειστηριασμό εάν η πρώτη κατοικία, αποτελεί οικογενειακή στέγη.
Η απόφαση αυτή ισχύει, στην περίπτωση που ο οφειλέτης έχει και άλλα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να κατασχεθούν και μπορούν να ικανοποιήσουν το ύψος της οφειλής. Η απόφαση του ΣτΕ καταλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις οφειλών πολιτών προς το Δημόσιο, τις Δ.Ο.Υ., τους ΟΤΑ, τα ασφαλιστικά Ταμεία, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, κ.λπ. Μέχρι σήμερα είχε γίνει δεκτό ότι η ανακοπή μπορούσε να ασκηθεί μόνο στο αρχικό στάδιο της κατασχετήριας έκθεσης.
Στην απόφαση του ΣτΕ, αναφέρεται ότι πλέον σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας των πλειστηριασμών ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή. Η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια όταν οφειλέτης άσκησε ανακοπή κατά του προγράμματος πλειστηριασμού στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. Το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την ανακοπή και ακυρώθηκε το πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού, κρίνοντας ότι η έκδοση του προγράμματος αντέκειτο στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας. Το Δημόσιο άσκησε έφεση και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών την απέρριψε ως αβάσιμη. Επειτα, το Δημόσιο προσέφυγε στο ΣτΕ ζητώντας να αναιρεθεί η εφετειακή απόφαση, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας του Συντάγματος, του ΚΕΔΕ και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Το ΣΤ΄ Τμήμα του ΣτΕ αποφάσισε ότι:
«Η κατοικία των ανθρώπων, ως στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας». Και η κρατική μέριμνα για την πρώτη κατοικία «ανάγεται στην προστασία θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τελούντων υπό την εγγύηση του κράτους και υποχρεούνται να διασφαλίζουν, ώστε να είναι αποτελεσματική, όλα τα κρατικά όργανα, κατά χαρακτηριστική διατύπωση του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος».
Στο πλαίσιο αυτό, οι σύμβουλοι Επικρατείς επισημαίνουν ότι σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, αλλά και «την απορρέουσα ευθέως από την αρχή του κράτους δικαίου, αρχή της αναλογικότητας, οσάκις η επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος χωρεί με τη λήψη μέτρου που έχει ως συνέπεια την στέρηση της κατοικίας ορισμένου προσώπου, πρέπει, για την εγκυρότητα κάθε πράξης που κατατείνει στην πραγμάτωση του μέτρου, από οποιαδήποτε κρατικό όργανο και αν εκδίδεται και σε κάθε στάδιο της οικείας διαδικασίας, να αποδεικνύεται ότι το μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι είχε δηλαδή εξαντληθεί πριν, κάθε προσπάθεια να ικανοποιηθεί ο δημόσιος σκοπός με άλλα, πρόσφορα πλην ηπιότερα μέτρα».
Τέλος, υπογραμμίζεται στην δικαστική απόφαση ότι κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ «η κατάσχεση ακινήτου του οφειλέτη που αποδεδειγμένα αποτελεί τη μόνη του κατοικία (εκείνου και της οικογένειάς του) τότε μόνο είναι νόμιμη, όταν έχει προηγουμένως ερευνηθεί και τεκμηριωμένα αποκλεισθεί η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων πρόσφορων για να ικανοποιηθεί μέσω αυτών η συγκεκριμένη αξίωση. Στην αντίθετη περίπτωση η επιλογή προς τούτο του ακινήτου της κατοικίας δεν είναι νόμιμη».
