Γιατί η Ταβέρνα είναι ταινία που μπορεί να απολαύσει κάθε Ελληνας (στην ψυχή)

Γιατί η Ταβέρνα είναι ταινία που μπορεί να απολαύσει κάθε Ελληνας (στην ψυχή)

Η μαύρη κωμωδία, με την υπογραφή του πολυβραβευμένου σκηνοθέτη Αλκίνοου Τσιλιμιδού, θα προβληθεί ανά τη χώρα τον ερχόμενο μήνα, καλωσορίζοντας το κοινό στο εκ νέου άνοιγμα των σινεμά εν μέσω πανδημίας, με ένα κινηματογραφικό στιγμιότυπο της πολυπολιτισμικής Αυστραλίας.


NeosKosmos

Όσοι παραβρέθηκαν στην περσινή τελετή λήξης του Ελληνικού Φεστιβάλ Κινηματογράφου σε Μελβούρνη και Σίδνεϊ, είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν μια βραδιά στην “Ταβέρνα”: εκεί όπου το φαγητό, η αγάπη και οι διαφορές κουλτούρας πρωταγωνιστούν σε μια σειρά ευτράπελων και η κωμωδία συναντά το δράμα – όπως ακριβώς στη ζωή εκτός οθόνης.

Ο σκηνοθέτης Αλκίνοος Τσιλιμιδός ανακαλεί την ανάμνηση μιας μάλλον σπάνιας εμπειρίας προβολής, παραδεχόμενος ότι “οποιαδήποτε πρεμιέρα” μπορεί να είναι “μια άβολη στιγμή” για τον δημιουργό, λόγω ανασφάλειας και προσδοκιών για αποδοχή από τους θεατές.

“Καθώς οδηγούσα καθ’οδόν για το φεστιβάλ, σκεφτόμουν ‘δεν έχω τεστάρει την ταινία με άλλο κοινό, αν μη τι άλλο θα είναι ενδιαφέρον”.

Το αποτέλεσμα ήταν καλύτερο από ό,τι μπορούσε να φανταστεί, με την ομάδα συντελεστών έτοιμη πλέον για την επόμενη πρόκληση τον ερχόμενο μήνα, οπότε και το φιλμ θα κυκλοφορήσει στους κινηματογράφους της χώρας.

“Το κοινό της ελληνικής παροικίας πραγματικά την αγκάλιασε, κάτι που ήταν υπέροχο να το ζεις. Η ταινία δεν άνηκε πλέον σε μένα, άνηκε στους ανθρώπους εκεί”, λέει ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης μιλώντας στον “Νέο Κόσμο”.

“ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΗΚΕΙΝ”

Γυρισμένη σε οικογενειακό εστιατόριο στα ανατολικά προάστια της Μελβούρνης, η Ταβέρνα επικεντρώνεται σε μια μοιραία βραδιά στο μαγαζί, όπου καθετί απευκταίο και τραγελαφικό γίνεται πραγματικότητα.

Η χορεύτρια του εστιατορίου αρνείται να πραγματοποιήσει τον διάσημο χορό της κοιλιάς της, όταν αντικρίζει τον πρώην σύζυγό της με τη νέα του σύντροφο ανάμεσα στους πελάτες, με μια πρόθυμη σερβιτόρα να αναλαμβάνει να την αντικαταστήσει την τελευταία στιγμή, πυροδοτώντας μια αλληλουχία κωμικοτραγικών γεγονότων.

Η πλοκή καταφέρνει να “χωρέσει” μεταξύ άλλων έναν γλοιώδη πελάτη, το “σατανικό” σχέδιο του καλόβουλου μάγειρα, μια απαγωγή και ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, όλα μέσα σε μια βραδιά παράλληλων κρίσεων που καλείται να αντιμετωπίσει… ποιος άλλος; O ιδιοκτήτης της ταβέρνας, Κώστας.

Ένας αυτοσχέδιος χορός της κοιλιάς σηματοδοτεί την αρχή μιας σειράς ατυχών και άκρως ξεκαρδιστικών περιστατικών στην ταινία. Φώτο: Supplied.

Ο χαρακτήρας, που ζωντανεύει στην οθόνη ο καταξιωμένος Ελληνας ηθοποιός Βαγγέλης Μουρίκης, έχει κεντρική θέση και για πολλούς αναμένεται να ξυπνήσει θύμησες.

Μία από τις ηθοποιούς του επιτελείου, η ομογενής Εμμανουέλα Κωστάρα, το περιγράφει ως εξής:

“Υπάρχει πάντα ένας ‘Κώστας’, η τυπική φυσιογνωμία του Ελληνα ταβερνιάρη, μια πληθωρική προσωπικότητα [που]όλοι γνωρίζουν ποιος είναι”.

“Είναι κατά κάποιο τρόπο κομμάτι της κουλτούρας μας, όλοι είναι σαν οικογένεια ανεξάρτητα του ποιοι είναι και αυτό είναι πραγματικά μια σημαντική πτυχή που πιστεύω ότι αναδεικνύουμε στην ταινία. Όποιος έρχεται στο εστιατόριο για να φάει έχει κάποια σύνδεση μαζί του [με τον ιδιοκτήτη της ταβέρνας] και εάν δεν έχουν θα βρει κάτι να τους συνδέει. Με αυτή την έννοια η ταινία σίγουρα επανέφερε για μένα πολλές τέτοιες αναμνήσεις”, σχολιάζει, κάνοντας λόγο για μια “αίσθηση συλλογικότητας και του ανήκειν”.

Για την Κωστάρα, μια καλλιτέχνιδα της οποίας η καριέρα επεκτείνεται στον χώρο του επαγγελματικού τραγουδιού, χορού και της τηλεόρασης, η “Ταβέρνα” είναι η πρώτη της εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη.

Υποδύεται τον ρόλο της Κατερίνας, μια έμπιστη σερβιτόρα στο επιτελείο προσωπικού του Κώστα.

Σε συνέντευξή της στον “Νέο Κόσμο”, μιλά ανοιχτά για το πώς η συμμετοχή της στην ταινία υπήρξε ευκαιρία να επανασυνδεθεί με τις ρίζες της.

Δεύτερης γενιάς Ελληνοαυστραλή, με γονείς Αιγυπτιώτες Ελληνες και καταγωγή και από την Ιταλία από την πλευρά της μητέρας της, η Κωστάρα θυμάται να μην γνωρίζει λέξη από αγγλικά μέχρι και την ηλικία των πέντε. Κι ενώ μεγάλωσε έχοντας πλήρη κατανόηση της ελληνικής, γνωρίζοντας να τη γράφει και να τη διαβάζει, το να μιλά ελληνικά ήταν κάτι που απεύφεγε από παιδί.

“Ενίοτε, τα πράγματα μας έρχονται για κάποιον λόγο και ίσως σε αυτή την περίπτωση ο λόγος ήταν να γνωρίσω λίγο καλύτερα εκ νέου την κουλτούρα μου.

Η Εμμανουέλα Κωστάρα στον ρόλο της Κατερίνας.

“Ήταν μια ιδιαίτερα περήφανη στιγμή για εμένα, γιατί συνδέθηκα πολύ περισσότερο με την ελληνική μου καταγωγή, όχι ότι είχα χάσει τη σύνδεση αλλά κατά κάποιο τρόπο βρήκα ένα διαφορετικό κομμάτι του εαυτού μου παίρνοντας μέρος σε αυτή την ταινία. Και έχοντας δει τον εαυτό μου, μπορώ να πω τα ελληνικά μου δεν είναι και τόσο άσχημα”, λέει γελώντας.

Έχοντας την καθοδήγηση του Αλκίνοου [Τσιλιμιδού] και τη στενή συνεργασία με τον Βαγγέλη [Μουρίκη] βοήθησε να δοθεί υπόσταση στον χαρακτήρα που υποδύομαι και μου τόνωσε την αυτοπεποίθηση. Είναι υπέροχο για έναν ηθοποιό να κάνει το ντεμπούτο του σε έναν ρόλο τόσο κοντά σε αυτό που είμαι, πρόκειται για κάτι πραγματικά όμορφο”.

ΕΝΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ 

Μετά την αναβολή της έναρξης προβολών λόγω κορωνοϊού από τα τέλη Απριλίου η ταινία αναμένεται πλέον να κυκλοφορήσει στις 2 Ιουλίου.

Σύμφωνα με την Κωστάρα, η χρονική συγκυρία δεν αποκλείεται να αποβεί ιδανική.

“Ένα πράγμα που πιστεύω συνειδητοποιήσαμε μέσα από την πανδημία είναι η ανάγκη να ξεκινήσουμε να αξιοποιούμε αυτά που έχουμε εδώ στην Αυστραλία. Αυτός θα μπορούσε να είναι και ένας λόγος να κινητοποιήσει κάποιους να σκεφτούν ‘Φτιάχθηκε εδώ στη Μελβούρνη. Θέλω να υποστηρίξω αυτή την ταινία”.

“Έχουμε μια απίστευτη κοινότητα τεχνών εδώ[…] και νομίζω η ‘Ταβέρνα’ είναι χαρακτηριστικό δείγμα”.

Συγκρατημένα αισιόδοξος εμφανίζεται και ο Τσιλιμιδός.

Όπως εξηγεί ο σκηνοθέτης, το ‘στοίχημα’ επαφίεται αφενός στο ότι “βγαίνουμε από μια περίοδο όπου ο κόσμος ήταν κλεισμένος στο σαλόνι βλέποντας πράγματα online” με τη δεύτερη δυναμική να είναι το άνοιγμα που επιχειρούν σε ένα ευρύτερο κοινό. Οι ελπίδες τους για επιτυχία βασίζονται σε ένα από τα πιο δυνατά σημεία της ταινίας:

“Ο κόσμος να αγκαλιάσει κάτι που είναι τόσο ντόπιο και τόσο κοντά στην κοινότητά τους. Η Ταβέρνα δεν είναι μόνο για τους Ελληνες, απευθυνόμαστε σε έναν μεταναστευτικό πληθυσμό μεγάλου εύρους.

Στα μάτια του Τσιλιμιδού, η ταινία αναπαριστά “την Αυστραλία που εγώ αναγνωρίζω, μεγαλώνοντας και βλέποντας τί συνέβαινε στη γειτονιά μου. Η ιδέα δηλαδή ότι είναι ένα πολυπολιτιστικό χωνευτήρι”.

Αυτό αντικατοπτρίζεται και στο επιτελείο ηθοποιών, με τους πρωταγωνιστές να εκπροσωπούν μεταναστευτικές κοινότητες, όπως η ελληνική, η τουρκική και η ινδική.

“Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι βρίσκονται σε θέση ισχύος [στην ταινία], σε αντιδιαστολή με το να ήταν απλώς υποστηρικτικοί ρόλοι”, λέει ο σκηνοθέτης αναφερόμενος στην αποστασιοποίηση από το αγγλοσαξονικό μοτίβο που επικρατεί στη μεγάλη οθόνη.

Πάντως η Ταβέρνα, επισημαίνει, δεν έχει ως κεντρικό θέμα τη μετανάστευση. “Το πηγαίο DNA της ταινίας”, όπως το ονομάζει ο Τσιλιμιδός, είναι η συνειδητοποίηση ότι “για να αλλάξεις τη ζωή σου, πρέπει να ξεμάθεις παλιές συνήθειες”.

“Μέσα σε μια βραδιά, οι χαρακτήρες αντιμετωπίζουν κάτι βαθιά προσωπικό, μια πρόκληση. Τους τίθεται το ερώτημα ‘μπορείς να το κάνεις ή όχι;’ και αν όχι παγιδεύεσαι σε μια κατάσταση που δεν θα αλλάξει για σένα”, λέει ο σκηνοθέτης.

Καταλήγει δε με την υπενθύμιση ότι δεν είναι ασυνήθιστο το ανθρώπινο δράμα να έχει και την αστεία του πλευρά, ειδικά σε μια μαύρη κωμωδία.

“Αυτή η θεματική βρίσκεται στον πυρήνα της Ταβέρνας, υπάρχουν βέβαια διάφορες θεματικές ενδιάμεσα, αλλά ουσιαστικά αυτό που είναι που ζητάω από τους χαρακτήρες. Και θέλαμε βέβαια να βγάλουμε και λίγο γέλιο μέσα από αυτό”.

*”Η Ταβέρνα” θα προβάλλεται από τις 2 Ιουλίου στα σινεμά Palace, Classic, Lido, Cameo και Ritz ανά τη χώρα.