«Βοήθεια φωνάζει η πεπαιδευμένη γενιά μου!»

Γράφει για την παιδεία ο Νίκος Διονυσάτος,
μαθητής του Μουσικού Σχολείου Ρόδου,
πρόεδρος του 15μελούς Μαθητικού Συμβουλίου
Η παιδεία λοιπόν που λέτε στην Ελλάδα είναι ένα θέμα που λειτουργεί λίγο-
πολύ σαν φωτοβολίδα. Όπως και πολλά άλλα ζητήματα άλλωστε. Η παιδεία είναι ένα
μέσο έκφρασης της πολιτικής της εκάστοτε κυβέρνησης. Η παιδεία είναι ένα άλυτο
πρόβλημα που όλοι βέβαια θέλουνε να λύσουν με τον δικό τους μοναδικό τρόπο.
Έναν μοναδικό τρόπο που σίγουρα μπορεί να εξασφαλίσει την υστεροφημία ακόμη
και του πιο άσχετου και άσημου υπουργού παιδείας. Η κατάσταση στο εκπαιδευτικό
σύστημα παραταύτα δεν αντέχει άλλο από μεγαλεπήβολα κι ιλουστρασιόν σχέδια, τα
οποία ούτε ευρείας αποδοχής τυγχάνουν, ούτε ιδιαίτερη επαφή αποδεικνύεται  πως
έχουν με την πραγματικότητα. Μπορεί αρχικά όλα αυτά να μοιάζουν κάπως γραφικά,
σαν γενικόλογα αιτήματα σε καταλήψεις, ωστόσο οι καιροί έχουν αλλάξει και η
παιδεία τόσο στην Ελλάδα, όσο και τον υπόλοιπο κόσμο, δείχνει να μην μπορεί να
ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις νέες προκλήσεις των καιρών.

Το Έξω και η Ελλάδα
Η αδυναμία ανταπόκρισης, δυστυχώς, δεν είναι δική μας αποκλειστικότητα.
Προκειμένου να καταφέρει κάποιος να διαλύσει μια κοινωνία πρέπει να χτυπήσει στα
θεμέλια. Στην παιδεία και τις νέες γενιές δηλαδή. Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο ότι φέρ’
ειπείν στην πολυπολιτισμική θεωρητικά (και παραδοσιακά σοβινιστική βέβαια)
γαλλική κοινωνία, νέοι άνθρωποι, πολλοί εκ των οποίων και εξαιρετικά μορφωμένοι,
γαλουχημένοι μέσα στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα, τα προηγούμενα χρόνια
κατέληγαν μέσω τζιχαντιστικών πυρήνων του διαδικτύου, να πολεμούν υπέρ του
Ισλαμικού Χαλιφάτου στη Συρία και το Ιράκ. Παρόμοια παραδείγματα υπάρχουν και
για πολλές άλλες ανεπτυγμένες χώρες προφανώς, οι οποίες στην πλειοψηφία τους,
κάπως οξύμωρα, ήτανε  κι αυτές που στήριξαν ευθαρσώς τον πόλεμο κατά της
διεθνούς τρομοκρατίας είκοσι χρόνια πριν. Αυτό το φαινόμενο αναδεικνύει το πόσο
περιορισμένη είναι και στο εξωτερικό η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, αλλά και
το αίσθημα της κοινωνικής ένταξης στα σχολεία.
Μια ακόμα περίτρανη απόδειξη τώρα για τον δυσλειτουργικό σχεδιασμό της
παιδείας ανά την υφήλιο (και ειδικά στην Ευρώπη) είναι και το γεγονός ότι
σημαντικές μερίδες του πληθυσμού, εκ των οποίων και πολλοί νέοι, στρέφονται προς
ακραίες πολιτικές τοποθετήσεις. Αυτές οι πολιτικές τοποθετήσεις μπορεί να
εκφράζονται είτε μέσω διάφορων ριζοσπαστικών ακροδεξιών μορφωμάτων, όπως
είναι το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία, το AfD στην Γερμανία, το
VOX στην Ισπανία κ.α., είτε ακόμη και μέσω εξτρεμιστικών ακροδεξιών
οργανώσεων, όπως η Χρυσή Αυγή στη χώρα μας ή το Jobbik στην Ουγγαρία. Η
άνοδος της άκρας δεξιάς αυτή, έρχεται λοιπόν ως απόρροια της αδυναμίας των

εκπαιδευτικών συστημάτων τόσο να μεταλαμπαδεύσουν αποτελεσματικά στις νέες
γενιές την φρίκη και την δυστυχία του φασισμού, όσο και να δημιουργήσουν ένα
περιβάλλον πραγματικής αλληλεγγύης και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των
διαφορετικών κοινοτήτων.
Κι όσο όλ’ αυτά συμβαίνουν στον δυτικό κόσμο, γιατί κακά τα ψέματα, αυτός
είναι ο κόσμος τον οποίο γνωρίζουμε, πολύ μακριά από εδώ, σε εκπαιδευτικά
μοντέλα όπως αυτό της Νοτίου Κορέας, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται ήδη και τα
πρώτα προβλήματα μιας νέας εποχής. Η εισβολή της τεχνολογίας στην ζωή όλων μας,
έχει οδηγήσει σε αυξημένες ανάγκες για αποτελεσματικότερη διαχείριση της από τις
επόμενες γενιές, όσο αναφορά τον κοινωνικό και τον ψυχολογικό παράγοντα. Ο
απομονωτισμός των ανθρώπων, που δίεπε παραδοσιακά ούτως ή άλλως τις
κουλτούρες των χωρών της βορειοανατολικής Ασίας, συνδυασμένος με την νέα
πρόκληση των ψηφιακών μέσων, οδήγησε σε περιστατικά συναισθηματικά ανάπηρων
ανθρώπων. Η αυστηρή πειθαρχία και η πίεση των κοινωνιών αυτών, εισάγεται στα
παιδιά από μικρή ηλικία, και κορυφώνεται κατά το τέλος της μαθητικής τους ζωής,
όταν καλούνται να εισαχθούνε στο πανεπιστήμιο (σίγουρα θυμίζει κάτι αυτό κι απ’ τα
δικά μας). Έτσι δημιουργούνται όλοι αυτοί οι ‘‘πετυχημένοι’’ γιάπηδες που στα 30
τους ήδη έχουν αρχίσει να σκέφτονται την αυτοκτονία από τους τρελούς ρυθμούς που
η καλή τους εργασία τους έχει φτάσει. Και το χειρότερο είναι, πως εξαιτίας ακριβώς
αυτής της έλλειψης συναισθηματικής αγωγής, όλο αυτό το ικανότατο εργατικό
δυναμικό, σπανίως πλέον αποκτά συντρόφους ή απογόνους, δημιουργώντας στην
Ιαπωνία, την Νότια Κορέα και άλλες ασιατικές χώρες κι ένα σοβαρότατο
δημογραφικό πρόβλημα. Σύντομα παρόμοια περιστατικά μπορεί να ενσκήψουν και
στις δικές μας κοινωνίες του αύριο και πολύ φοβάμαι ότι η οι ελλιπώς
συναισθηματικά πεπαιδευμένοι πολίτες του σήμερα, δεν θα καταφέρουν να
ανταποκριθούν, μέχρι να είναι ήδη πολύ αργά και για τους επόμενους.
Και τώρα, προτού καταλήξω στην ελληνική μας νοσηρότητα, ευκαιρία να
πιάσω και το παράδειγμα επιτυχίας  που  κάθε Έλληνας και πάσης άλλης εθνικότητας
μύστης της παιδείας χρησιμοποιεί. Φινλανδία. Λιμνώδης, δασώδης, παγωμένη.
Μικρή χώρα όμως κατά τα άλλα η Φινλανδία, κι αν φημίζεται για κάτι πέρα από τα
Νόκια και τα καλοκαιρινά πιόματα των κατοίκων της στις ακτές της Μεσογείου, αυτό
είναι σίγουρα το ‘‘αψεγάδιαστο’’ εκπαιδευτικό της σύστημα. Ή μήπως όχι και τόσο
αψεγάδιαστο; Το φινλανδικό μοντέλο είναι σίγουρα ένα μοντέλο το οποίο είναι
σταθερό, αξιόπιστο και βάζει πάντοτε-πάντοτε όμως-πρώτα τον μαθητή. Το ακριβώς
αντίθετο από το δικό μας σαν να λέμε δηλαδή. Σαφώς πρόκειται για ένα άκρως πιο
επιτυχημένο σύστημα από τον δικό μας πάτο, ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέπει
κανείς όταν το εξετάζει και σημαντικές του αστοχίες. Παραδείγματος χάριν, η
Φινλανδία ανακηρύχτηκε η πιο ευτυχισμένη χώρα του κόσμου για το 2019.
Ευτυχισμένη; Νομίζω ότι όποιος έχει μιλήσει ποτέ σε Φινλανδό από κοντά μπορεί να
επιβεβαιώσει ότι η ζωή στην Φινλανδία δεν είναι μια ζωή ‘‘ευτυχίας’’, για τους
περισσότερους τουλάχιστον. Είναι μια ζωή ‘‘ικανοποίησης’’, όπου κανείς ζει άνετα
και ήρεμα. Πολύ ήρεμα, χωρίς την περιπέτεια και τις συγκινήσεις που έχει ανάγκη
ένας Βαλκάνιος Μεσόγειος Χόμο Φραποτυρόπιτους.
Αυτή η ηρεμία, είναι που διέπει και το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας
βέβαια. Ο Φινλανδός πολίτης του αύριο πρέπει να γνωρίζει τα απολύτως απαραίτητα.
Τα πρακτικά πράγματα. Και ως εκ τούτου διευκολύνεται κατά πολύ και η εφαρμογή
του δόγματος ‘‘ο μαθητής να έχει ελεύθερο χρόνο, δίχως απαρχαιωμένες εργασίες για

το σπίτι και να καλλιεργεί τον εαυτό του’’. Άμα η ύλη δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη,
τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος και τα παιδιά να πιέζονται. Επίσης, ο μέσος μαθητής
δεν καίγεται να περάσει στο πανεπιστήμιο (κι εδώ είναι που ο Έλληνας επίδοξος
διδάσκαλος του γένους, μόλις έκοψε αυτή την σελίδα και την πέταξε με σουτάκι
άγγιχτο στον παρακείμενο κάδο απορριμμάτων). Περίπου οι μισοί μαθητές του
φινλανδικού σχολείου επιλέγουνε να πάνε σε μια τεχνική σχολή, ενώ ένα ακόμα
μικρότερο ποσοστό παιδιών καταλήγει τελικά σε κάποιο πανεπιστήμιο, γεγονός που
στην Ελλάδα φαντάζει εντελώς αταίριαστο με την έννοια της επιτυχίας.
Στην ελληνική νοοτροπία από αρχαιοτάτων χρόνων ακόμα υπήρχε η ανάγκη
της υπεροχής και της αριστείας. Αυτό, οδήγησε ωστόσο στην εποχή μας, σε μια
παράξενη ισότητα των ανάξιων. Η αριστεία από αδιαμφισβήτητη ανάγκη για την
εξασφάλιση της αξιοκρατίας, μετατράπηκε σε εργαλείο  πολιτικής, και όλοι
επιθύμησαν για τα παιδιά τους να γίνουνε ‘‘πετυχημένοι’’. Να γίνουνε
γραμματιζούμενοι. Να γίνουνε γιατροί, δικηγόροι, αρχιτέκτονες, ψυχολόγοι. Ό,τι
ακούγεται ψαρωτικό στα αφτιά του συγγενή, του φίλου, του γείτονα, του
συνάδελφου, ακόμη και του άγνωστου βρε αδερφέ. Είναι όμως κι η φινλανδική
προσέγγιση καλύτερη απ’ τη δική μας; Όχι ακριβώς. Η Ελλάδα παράγει λαμπρούς
επιστήμονες. Το πρόβλημα είναι ότι παράγει ΜΌΝΟ λαμπρούς επιστήμονες, ένα
σημαντικό ποσοστό των οποίων, μια μικρή χώρα, σχετικά περιορισμένων
δυνατοτήτων, προφανώς δεν χρειάζεται. Η Φινλανδία από την άλλη είναι μια χώρα η
οποία είναι αφοσιωμένη στην παραγωγή κυρίως επαγγελματιών με τεχνική
κατάρτιση. Δηλαδή, στην Φινλανδία, δεν είναι ντροπή να είσαι ψυκτικός. Και να σας
πω και κάτι, δεν καταλαβαίνω γιατί η στενομυαλιά του συλλογικού ελληνικού
υποσυνείδητου, θεωρεί ότι είναι ντροπή αν ένα παιδί θελήσει να γίνει ψυκτικός, ή
ηλεκτρολόγος, ή υδραυλικός, ή αγρότης, ή οτιδήποτε άλλο. Ούτως ή άλλως, πιο
άμεση και πιο καλή επαγγελματική αποκατάσταση μπορεί να προσφέρει μια τεχνική
κατάρτιση, ειδικά σε μια χώρα με τόσο μεγάλη έλλειψη στον συγκεκριμένο χώρο,
όπως είναι η Ελλάδα.

Και τώρα η Πραγματικότητα της Ελλάδας
Αχ…η Ελλάδα. Μια μικρή χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης, με ιστορία,
τρομερά χρέη, πρόσφυγες και φτηνό αλκοόλ για τον τουρίστα. Οι επιδόσεις της
Ελλαδίτσας μας στην μέτρηση της PISA επουδενί δεν θα έλεγε κάποιος ότι είναι και
οι καλύτερες. Και όταν λέω δεν είναι οι καλύτερες, εννοώ βασικά ότι είναι φρικτές
προφανώς. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι ένα συνονθύλευμα άστοχων
πολιτικών αποφάσεων, άγνοιας για τις ανάγκες των παιδιών και φυσικά καθαρής
διαφθοράς. Οπότε ας ξεκινήσουμε να συλλέγουμε ένα-ένα τα λάθη του ελληνικού
σχολείου και τις λύσεις τους.
Στο ελληνικό σύστημα λοιπόν, πρώτα απ’ όλα έχουμε το εξής παράδοξο.
Σημασία δεν έχει η βάση, αλλά η κορυφή του σχολείου. Όλες οι αλλαγές πέφτουν
στην δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση. Καθαρή ένδειξη της νοοτροπίας

που έχει η εκάστοτε ηγεσία της χώρας για την παιδεία. Σημασία δεν έχει μια
μακροπρόθεσμη αλλαγή από την βάση, ώστε να διαπιστωθεί η ουσιαστική αξία ενός
συστήματος, αλλά οι επιφανειακές αλλαγές στην κορυφή, ώστε η βραχύχρονη θητεία
του κάθε υπουργίσκου να χαρακτηριστεί ως ‘‘περίοδος μεγάλων και ριζοσπαστικών
αλλαγών’’. Άλλωστε όπως προαναφέρθηκε, όλα μπορούν να εφαρμοστούν στην
παιδεία αυτής της χώρας στον βωμό της υστεροφημίας και της δόξας.
Έπειτα, σαν απευθείας συνέχεια της έλλειψης συντονισμένου πλάνου
αλλαγής, τίθεται κι ένα άλλο σημαντικό ζήτημα. Η στενομυαλιά των επικεφαλής του
υπουργείου, τους ωθεί στο να κάνουν αλλαγές, οι οποίες ωστόσο δεν απολαμβάνουν
καθολικής ή έστω ευρείας αποδοχής φυσικά. Σαφώς, τίποτε δεν μπορεί να είναι
αρεστό σε όλους. Ωστόσο, το φάντασμα του δικομματισμού, που τόσο γλαφυρά (sic)
είναι δοσμένο στο βιβλίο της Ιστορίας της Γ’ Λυκείου, στοιχειώνει και την παιδεία
αυτού του τόπου. Οι μεν υποστηρίζουν την μια προσέγγιση ως προς την παιδεία, και
οι δε την άλλη. Η ομορφιά του δημοκρατικού πολιτεύματος δοσμένη σε μια φράση;
Σίγουρα. Ωστόσο, η παιδεία κατ’ εμέ είναι ένα πεδίο, στο οποίο τουλάχιστον τα
περισσότερα κόμματα του ελληνικού κοινοβουλίου, και σίγουρα τα δύο μεγαλύτερα,
θα έπρεπε να συμφωνούν. Γιατί η παιδεία είναι σαν τη μάνικα που γεμίζει με νερό
την κοινωνική μας στάμνα. Όσο καλύτερης ποιότητας νερό, δηλαδή μαθητές,
μπορούμε να εξασφαλίσουμε, τόσο το καλύτερο. Μια συλλογική συμφωνία λοιπόν,
ένα μνημόνιο συνεργασίας για την παιδεία αν προτιμάτε, μεταξύ των πολιτικών
αρχηγών, θα ήταν μια καλή αρχή για την βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος.
Αυτά σε ό,τι έχει να κάνει με την πολιτική. Τώρα, τις πταίει λοιπόν; Ποια
είναι τα προβλήματα σε πρακτικό επίπεδο;  Ωραία, ας ξεκινήσουμε από τα βασικά και
ας επιστρέψουμε λίγο στην έλλειψη πλάνου. Δεν ξέρουμε τι θέλουμε σαν χώρα. Γιατί
πέρα από τις απλές ιδεολογικές διαφορές μεταξύ των πολιτικών κομμάτων για το
θέμα της παιδείας, γενικώς ούτε οι ίδιοι οι ιθύνοντες του υπουργείου γνωρίζουν
ακριβώς τι θέλουν. Από την μια προωθείται μια εξιδανικευμένη σφαιρικότητα. «Το
παιδί πρέπει να γνωρίζει τόσο Ιστορία, όσο και Μαθηματικά!». Εξαιρετικά! Όμως, τι
ακριβώς είναι αυτή η σφαιρικότητα στον 21 ο αιώνα;
Και πριν απαντηθεί αυτό, ας δούμε τι είναι και αυτή η άμοιρη η εξειδίκευση.
Η εξειδίκευση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού εκπαιδευτικού
συστήματος κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Πρώτα με τα εξατάξια Γυμνάσια, όπου
υπήρχαν το πρακτικό, το οικονομικό και το κλασικό, έπειτα με τις τέσσερις δέσμες
στα Λύκεια και τέλος από την μεταρρύθμιση του Αρσένη με τις κατευθύνσεις ως
σήμερα στα ΓΕΛ. Οι αλλαγές πολλές, ωστόσο η έννοια της εξειδίκευσης πάντοτε
υπήρχε, τουλάχιστον στον τελευταίο, ή τα τελευταία χρόνια του σχολείου. Κατά την
τελευταία εικοσαετία ωστόσο υπήρχε έντονα, παράλληλα με την εξειδίκευση, και η
έννοια της ‘‘σφαιρικότητας στη γνώση’’ από την μεριά του υπουργείου. Είναι υγιές
αυτό εντέλει; Όχι ιδιαίτερα.
Η υποτιθέμενη ανάγκη για μαθήματα ‘‘γενικής’’ και ‘‘κόντρα’’ στις
τελευταίες φάσεις του σχολείου, για άλλη μια φορά, δεν είναι τίποτα περισσότερο
από ένα παιχνίδι εντυπώσεων. Εάν έμπαινε σε εφαρμογή κάποια ουσιαστική
μεταρρύθμιση, δεν θα χρειαζόταν καν να τίθεται σε αμφισβήτηση το γεγονός ότι από
κάποια στιγμή και έπειτα τα παιδιά πρέπει να μπορούν να διαλέγουνε προς τα που θα
επικεντρωθούν. Η γνώση που θα οδηγούσε σε καθολικούς ανθρώπους του 21 ου αιώνα,
θα έπρεπε να μεταδίδεται στο Γυμνάσιο και σε κάποιο βαθμό στις πρώτες δύο τάξεις

του λυκείου. Κι αυτό, διότι εκ των πραγμάτων δεν γίνεται να περιμένει το υπουργείο
και οι καθηγητές και οι γονείς από ένα παιδί, όταν κάνει ταυτόχρονα μαθήματα
γενικής και κατεύθυνσης, να δίνει σημασία και στα δύο. Και αυτό δεν είναι υπόθεση,
αλλά η καθημερινότητα του μέσου μαθητή λυκείου της χώρας αυτή τη στιγμή.
Οπότε, τι πρόγραμμα θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε στο ελληνικό σχολείο;
Για να το βρούμε αυτό, θα πρέπει να σκεφτούμε ποια είναι τα θεμέλια και ποιοι
στόχοι της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Έχει αρχίσει να γίνεται ενδιαφέρον. Τα
θεμέλια λοιπόν είναι οι ανθρωπιστικές επιστήμες. Από την απαρχή του ελληνικού
κράτους ήταν δηλαδή για να είμαστε ειλικρινείς. Η Ιστορία, τα Αρχαία Ελληνικά και
τα Λατινικά υπήρξαν πάντοτε ψηλά στην λίστα των μαθημάτων του εκπαιδευτικού
μας συστήματος, σε αντίθεση με άλλες χώρες οι οποίες προτίμησαν να βασιστούν στα
πιο ‘‘πρακτικά’’ ή ‘‘τεχνικά μαθήματα’’. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι η Έκθεση και
πλέον και η Λογοτεχνία (ευτυχώς!), είναι μαθήματα τα οποία καλούνται και
καλούνταν να δώσουν όλοι οι μαθητές κατά τις Πανελλήνιες.
Και κάπως έτσι φτάνουμε επιτέλους και στο ζουμί της υπόθεσης. Τους
στόχους του συστήματος μας. Τις Πανελλήνιες, Πανελλαδικές ή Πανελελέ όπως
συνηθίζει να τις ακούει κάθε μέρα της λυκειακής του ζωής ο μέσος Έλλην μαθητής.
Σαφώς, το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας υπήρξε
εξετασιοκεντρικό ήδη από τα τέλη του 19 ου αιώνα, και αυτό δεν ήταν απαραίτητα
κακό. Οι εξετάσεις ήταν και είναι ο μόνος τρόπος για να είναι εξασφαλισμένη η
διαφάνεια, η αξιοκρατία και ισότητα μεταξύ των υποψηφίων, ειδικά στην Ελλάδα.
Ωστόσο, σ’ αυτό το σημείο, εισβάλει για άλλη μια φορά η πραγματικότητα στη
συζήτηση. Γιατί οι πανελλήνιες μπορεί να είναι ένα αποτελεσματικό σύστημα ώστε
τα παιδιά να εισάγονται στο πανεπιστήμιο, ωστόσο είναι ένα φρικτό σύστημα για να
εξέρχονται από το σχολείο. Η διαδικασία είναι εξαιρετικά βάρβαρη και ψυχοφθόρα
για τους περισσότερους υποψηφίους, ειδικά για όσους στοχεύουνε στις υψηλότερες
βαθμολογικά σχολές. Και επειδή ακριβώς σχεδόν όλοι σε αυτή την χώρα θέλουν να
πιάσουν την υψηλότερη σχολή που τους βρήκαν για να πάνε, τα φροντιστήρια και τα
ιδιαίτερα θησαυρίζουν, αφαιρώντας από το μέσο ελληνικό νοικοκυριό χιλιάδες, αν
όχι δεκάδες χιλιάδες ευρώ στην διάρκεια των τελευταίων ετών φοίτησης ενός παιδιού
στο σχολείο. Και εδώ όπως καταλαβαίνει κανείς ελλοχεύουν διάφοροι λόγοι.
Οι τρείς κυριότεροι ωστόσο, είναι οι εξής. 1)Η διάρθρωση του προγράμματος
σπουδών από το Δημοτικό, μέχρι το Λύκειο, το οποίο δεν προάγει την ατομική
βελτίωση και την ουσιαστική αριστεία, αλλά την βαθμοθηρία και την παπαγαλία. Οι
μαθητές από την βάση του σχολείου γαλουχούνται  στην ιδέα ότι η δημιουργική και η
κριτική σκέψη προκαλούν προβλήματα. Και κάπως έτσι, στον βωμό του παιδευτικού
κομφορμισμού, τίθενται οι βάσεις για την καταστροφή. 2)Η ύλη και ο τρόπος που
είναι δοσμένη, ειδικά όσο προχωράει κανείς στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, είναι
εντελώς λάθος. Πρώτα απ’ όλα, δεν έχει καμία συνοχή, ως απόρροια της έλλειψης
συντονισμένου σχεδίου. Ανάμεσα στις χρονιές και στα βιβλία του κάθε μαθήματος,
υπάρχουνε κενά στη γνώση. Κενά τα οποία το σύστημα φυσικά θεωρεί ότι επαφίεται
στον κάθε μαθητή να καλύψει. Σε μαθήματα όπως η Ιστορία όμως, κάτι τέτοιο δεν
προκαλεί απλώς σύγχυση στα παιδιά, αλλά δημιουργεί και λειψούς αυριανούς
πολίτες. Γιατί ελάχιστοι καθηγητές θα δοκιμάσουν να μεταδώσουν στα παιδιά μια
ολοκληρωμένη εικόνα για τα πράγματα. Πόσο μάλλον να κάνουν κάτι τέτοιο σε ένα
ιστορικό εύρος από την προϊστορία, μέχρι και την δεύτερη δεκαετία του 21 ου αιώνα,
όπως το σύστημα θα όφειλε. Ας κάτσουν λοιπόν οι επαΐοντες της παιδείας κι ας

σκεφτούν για λίγο όλ’ αυτά καθώς, σαν κερασάκι της προβληματικής μας τούρτας,
επιτρέπουν μέχρι και σήμερα η Ιστορία να είναι το μάθημα στις Πανελλήνιες, στο
οποίο όχι απλά ενθαρρύνεται, αλλά επιβάλλεται η παπαγαλία αν κάποιος θέλει να
γράψει.
3)Και τέλος φυσικά, το καλύτερο απ’ όλα. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι
υπάρχουνε πάντοτε δύο σε αυτόν τον αέναο χορό από καταλήψεις, ατελείωτες
ανιαρές ώρες μαθήματος και πενταήμερες (πενθήμερες με δασεία στο η αν σε πονάνε
τα ματάκια γουόναμπι Μπαμπινιώτη). Οι καθηγητές είναι οι πρώτοι οι οποίοι φέρουν
την ευθύνη για την κατάσταση της παιδείας. Όμως δεν φταίνε αυτοί και σίγουρα δεν
αναφέρομαι σε όλους τους καθηγητές. Παραδόξως υπάρχουν ακόμα κάποιοι
χαρισματικοί άνθρωποι στην παιδεία. Και λέω παραδόξως, γιατί στα πανεπιστήμια
που βγάζουνε καθηγητές, πολλές φορές οι φοιτητές δεν έρχονται καν σε επαφή με
έννοιες όπως η διδακτική ή τα παιδαγωγικά. Οι περισσότεροι καθηγητές
αυτοσχεδιάζουν στον τρόπο διδασκαλίας τους από μνήμες δικών τους καθηγητών.
Και αυτό δεν είναι καν το κυριότερο πρόβλημα. Όταν ένας καθηγητής καταφέρει να
διοριστεί, πλέον σε αρκετά μεγάλη ηλικία κιόλας, είναι που ξεκινάει το κακό. Η
διεφθαρμένη πραγματικότητα του ελληνικού δημοσίου, απλώς αρχίζει να καταπίνει
αδηφάγα κάθε επιθυμία για δημιουργικότητα και αποδοτικότητα. Ό,τι συμβαίνει και
με τους υπόλοιπους δημόσιους υπαλλήλους γενικότερα δηλαδή. Και από πού
προκαλείται αυτή η διαφθορά; Από την έλλειψη κεντρικού ελέγχου και αξιολόγησης.
Οπότε πώς διορθώνεται η κατάσταση; Έλεγχος. Αδιάβλητος και ανεξάρτητος έλεγχος
ικανότητας του κάθε καθηγητή να διδάσκει, αλλά και της ψυχικής του υγείας. Μια
ιδιωτική εταιρία μπορεί να κάνει αυτή την δουλειά με βάση τα διεθνή πρότυπα και να
βελτιώσει αμέσως την καθημερινότητα μαθητών και καθηγητών. Σ’ αυτή την
περίπτωση θα πρέπει να επισημανθεί φυσικά, ότι δεν μιλάμε για μια παραβίαση του
αμετάκλητου των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά για μια αξιολόγηση τους, η οποία
ακολούθως θα αποσκοπεί στην στήριξη και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών από
την πολιτεία. Στο κάτω-κάτω, κάπως έτσι θα έπρεπε να λειτουργεί και η αξιολόγηση
των μαθητών. Εποικοδομητικά.
Όμως εδώ λείπει και κάτι άλλο. Ναι λείπει κάτι, έτσι δεν είναι; Κάτι
σημαντικό. Ο καταλύτης. Α, ναι. Ο αληθινός επαγγελματικός προσανατολισμός
διάολε! Τα πιο καίρια σημεία αποτυχίας του συστήματος των πανελληνίων πηγάζουν
σε μεγάλο βαθμό απ’ αυτό. Αφήστε με να εξηγήσω. Σίγουρα, όπως έχει επισημανθεί
πολλάκις, είμαστε ένας λαός επιρρεπής στην κομπορρημοσύνη και την δηθενιά, αλλά
αυτό από μόνο του δεν φτάνει για να προκαλέσει μια τέτοια ζημιά. Η μεγαλομανία
του γονιού και του καθηγητή δεν είναι αρκετή. Ένα τεράστιο ποσοστό παιδιών δεν
έχει ιδέα για το τι θέλει να κάνει στη ζωή του. Τουλάχιστον όχι ουσιαστικά. «Θα πάω
Ψυχολογία γιατί θα πάει η κολλητή μου!», «Θα πάω Ιατρική γιατί το θέλει ο πατέρας
μου!», «Θα πάω Μαθηματικό γιατί θα δουλέψω σε φροντιστήριο!». Στάνταρ
εκφράσεις πραγματικά. Εφόσον δεν υπάρχει αποτελεσματική καθοδήγηση από την
μεριά του κράτους για να ‘‘κατευθύνει’’ τους μαθητές σχετικά με το μέλλον τους,
όλα είναι πάνω στα ίδια τα παιδιά και το περιβάλλον τους. Έτσι δημιουργούνται και
οι τάσεις στις Σχολές. Δικηγόροι, Γιατροί, Αρχιτέκτονες, Οικονομολόγοι. Υπέροχα
επαγγέλματα και από τα τέσσερα πεδία των Πανελληνίων. Τι γίνεται όμως με τα
υπόλοιπα τμήματα; Δεν βγάζουνε κι εκείνα εξαιρετικούς επαγγελματίες και
ανθρώπους; Σαφώς και βγάζουν, όμως, παρ’ όλα αυτά δεκάδες χιλιάδες παιδιά κάθε
χρόνο διαλέγουνε λάθος σχολή ή ακόμα χειρότερα δεν πάνε σε κάποια σχολή, μόνο
και μόνο επειδή δεν πέρασαν στις ‘‘λαμπερές’’ Σχολές του πεδίου τους. Μετά την

μεταρρύθμιση του Αρσένη, το να ξαναδώσει κάποιος Πανελλήνιες είναι εξαιρετικά
δύσκολο. Μαθήματα δεν μπορεί να κρατήσει για την επόμενη χρονιά, ούτε φυσικά να
κάνει ευθεία μετακίνηση από ένα τμήμα σε ένα άλλο, με τα μόρια που έγραψε στις
εξετάσεις. Τραγωδία!
Και όλα αυτά να φανταστεί κανείς ότι γίνονται για τις κορεσμένες σχολές
εξαιρετικά καταρτισμένου και εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Γιατί φυσικά,
για ένα παιδί με καλές επιδόσεις στα μαθήματα και κοινωνικό στάτους, μόνο αυτές
υπάρχουν. «Τα τεχνικά επαγγέλματα, δεν υπάρχουν και η τεχνική εκπαίδευση είναι
μόνο για τα παιδιά που δεν ήτανε καλά στο σχολείο!». Ατόφια νοοτροπία τυπικού
νεοέλληνα γονιού. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα έχουμε το μεγαλύτερο ποσοστό
συμβολαιογράφων στην Ευρώπη και το δεύτερο μεγαλύτερο γιατρών στον κόσμο.
Και ιδού η βασική αιτία του brain drain. Το γεγονός ότι η χώρα διαθέτει πάρα
πολλούς και πάρα πολύ μορφωμένους εργαζόμενους, ναι αποτελεί σοβαρό πρόβλημα.
Γιατί αφενός η Ελλάδα δεν μπορεί να καταναλώσει τόσους πολλούς καταρτισμένους
ανθρώπους, και αφετέρου δεν υπάρχουν αρκετοί νέοι άνθρωποι να στελεχώσουν τους
τεχνικούς κλάδους στο μέλλον.
Στην τελική όμως τι μπορεί να γίνει; Να ληφθούν υπόψιν όλα τα παραπάνω
προφανώς. Και κάτι ακόμα, πολύ σημαντικό. Το υπουργείο και ο όποιος ή η όποια
υπουργός πρέπει να καταλάβει κάτι. Αν υπάρχει κάτι που λείπει από τον Έλληνα
μαθητή, αυτό είναι ο χρόνος. Τα παιδιά χρειάζονται ελεύθερες ώρες καθ’ όλη τη
διάρκεια της μαθητικής τους ζωής. Και χρειάζονται και οδηγίες για το πώς να τις
αξιοποιούν. Κατά την διάρκεια της καραντίνας παρακολουθούσαμε όλοι το
υπουργείο να προσπαθεί να ξανανοίξει τα σχολεία, εκτός από την Γ’ Λυκείου, και για
τις υπόλοιπες τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αντί να προτείνει τρόπους τα
παιδιά να καλλιεργήσουνε το πνεύμα και τον νου τους, σε κάτι πέρα από τα
παρωχημένα σχολικά μαθήματα. Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν, ότι πολλά παιδιά
όντως είχανε ανάγκη από αυτά ακριβώς τα παρωχημένα μαθήματα, γιατί δεν είχαν
μάθει ποτέ να κάνουν πράγματα έξω από την σχολική τους ρουτίνα. Σε μοντέλα
άλλων χωρών τα παιδιά αγχώνονται και παιδεύονται από τις πολλές δραστηριότητες
ώστε να εμπλουτίσουν το βιογραφικό τους μέχρι να πάνε στο πανεπιστήμιο, ενώ στην
χώρα μας συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Στην Ελλάδα, το πρότυπο του μαθητή,
είναι ο φιμωμένος και ακινητοποιημένος στη σχολική και φροντιστηριακή τάξη, κι
όχι ο δραστήριος κι ενεργός. Είμαι πλέον τελειόφοιτος Μουσικού Σχολείου και
Πρόεδρος του 15μελούς του σχολείου μου και ειλικρινά αν έχω μάθει κάτι είναι ότι
κυβερνήσεις πέφτουν, κυβερνήσεις ανεβαίνουν και οτιδήποτε δημιουργικό χωλαίνει
μες στην παιδεία. Όμως υπάρχει ακόμα ελπίδα; Σαφώς. Η προηγούμενοι από εμάς
μπορεί να μην τα πήγανε και τόσο καλά, αλλά εμείς θα τα καταφέρουμε. Κλείνοντας
λοιπόν θα πω, δώστε στα παιδιά δραστηριότητες, όχι εργασίες για το σπίτι. Δώστε
τους τέχνες και αθλητισμό, αντί για άγχος. Και πρώτα απ’ όλα, δώστε τους
προοπτική, αντί για ανασφάλεια.
Ευχαριστώ.