Αδειάζουν οι θάλασσες από όστρακα; – Χάθηκε το 52% της παραγωγής

0
7

Στη Γαλικία, μια από τις σημαντικότερες περιοχές οστρακοαλιείας της Ευρώπης, η αλλαγή δεν αποτελεί πλέον πρόβλεψη για το μέλλον. Αποτυπώνεται στις ιχθυόσκαλες.

Το 2015 διακινήθηκαν 7,78 εκατομμύρια κιλά δίθυρων. Δέκα χρόνια αργότερα, το 2025, η ποσότητα είχε περιοριστεί στα 3,74 εκατομμύρια κιλά. Μέσα σε μία δεκαετία χάθηκε, δηλαδή, σχεδόν το 52% της παραγωγής που έφτανε στην αγορά.

Η Γαλικία δεν είναι η μόνη. Από τη Μεσόγειο έως τον βορειοδυτικό Ειρηνικό, επιστήμονες και παραγωγοί καταγράφουν πιέσεις σε αχιβάδες, στρείδια, μύδια και άλλα δίθυρα. Δεν υπάρχει μία και μοναδική αιτία ούτε υποχωρούν όλα τα είδη με τον ίδιο τρόπο. Η εικόνα που διαμορφώνεται, όμως, δείχνει ότι η θέρμανση των θαλασσών, οι μεταβολές της αλατότητας, η οξίνιση, οι ασθένειες και τα εισβολικά είδη αρχίζουν να αναδιαμορφώνουν ορισμένα από τα σημαντικότερα οικοσυστήματα οστρακοειδών στον κόσμο.

Τα στοιχεία από τη βορειοδυτική Ισπανία είναι εντυπωσιακά. Η αχιβάδα babosa παρουσίασε μεταξύ 2015 και 2025 πτώση 89,2%, η fina 87,3%, ενώ το berberecho, ένα είδος κυδωνιού, μειώθηκε κατά 80,9%. Αντίθετα, η ιαπωνική αχιβάδα αποδείχθηκε πολύ ανθεκτικότερη: η υποχώρησή της περιορίστηκε στο 21,3% και πλέον αντιπροσωπεύει σχεδόν το 39% των δίθυρων που πωλούνται στις γαλικιανές ιχθυόσκαλες.

Αυτό είναι και ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ιστορίας: οι θάλασσες δεν χάνουν απλώς οστρακοειδή. Αλλάζει και η ισορροπία μεταξύ των ειδών, καθώς ορισμένα προσαρμόζονται καλύτερα στις νέες συνθήκες.

Οικονομικά, η πτώση των ποσοτήτων αντισταθμίστηκε εν μέρει από την αύξηση των τιμών. Η μέση τιμή των δίθυρων στη Γαλικία ανέβηκε από 8,24 ευρώ το κιλό το 2015 σε 12,76 ευρώ το 2025.

Έτσι, ενώ ο όγκος μειώθηκε κατά 51,9%, η συνολική αξία των πωλήσεων υποχώρησε περίπου κατά 25,5%.

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες είναι οι ακραίες βροχοπτώσεις. Τεράστιες ποσότητες γλυκού νερού καταλήγουν στις περίφημες rías, μειώνοντας απότομα την αλατότητα. Για οργανισμούς που δεν μπορούν να μετακινηθούν για να αποφύγουν μια ξαφνική περιβαλλοντική μεταβολή, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μαζική θνησιμότητα. Η κατάσταση οδήγησε το 2026 την περιφερειακή κυβέρνηση της Γαλικίας στην κινητοποίηση 22,7 εκατ. ευρώ για μέτρα αποκατάστασης των οστρακοφόρων ζωνών.

Ο «εισβολέας» της Ιταλίας

Λίγο ανατολικότερα, στην Ιταλία, η απειλή έχει διαφορετική μορφή – και δαγκάνες. Το αμερικανικό μπλε καβούρι (Callinectes sapidus), εισβολικό είδος που έχει εξαπλωθεί στη Μεσόγειο, προκαλεί σοβαρές ζημιές στις καλλιέργειες αχιβάδας.

Ιδιαίτερα έντονο είναι το πρόβλημα στο Δέλτα του Πάδου. Επιστημονική μελέτη για τη Sacca di Goro, ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής αχιβάδας Manila στην Ευρώπη, υπολόγισε πτώση της παραγωγής κατά 71,8% και οικονομικές απώλειες περίπου 65 εκατ. ευρώ ετησίως. Το μπλε καβούρι τρέφεται με τα οστρακοειδή και η ταχεία εξάπλωσή του έχει αναγκάσει παραγωγούς και αρχές να αναζητούν τρόπους περιορισμού του.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το πρόβλημα είναι λιγότερο ορατό αλλά εξίσου σοβαρό: η οξίνιση των ωκεανών.

Οι θάλασσες απορροφούν σημαντικό μέρος του διοξειδίου του άνθρακα που εκλύεται στην ατμόσφαιρα. Η διαδικασία αυτή αλλάζει τη χημεία του θαλασσινού νερού και μειώνει τη διαθεσιμότητα ανθρακικών ιόντων, τα οποία χρειάζονται πολλοί θαλάσσιοι οργανισμοί για να δημιουργήσουν τα κελύφη τους.

Οι προνύμφες στρειδιών είναι ιδιαίτερα ευάλωτες. Στον βορειοδυτικό Ειρηνικό, στις ακτές των ΗΠΑ, μεγάλες απώλειες σε εκκολαπτήρια στρειδιών συνδέθηκαν με νερά χαμηλότερου pH. Σε μεγάλο εκκολαπτήριο οι απώλειες είχαν φτάσει ακόμη και το 80%, οδηγώντας τη βιομηχανία στην εγκατάσταση συστημάτων συνεχούς παρακολούθησης και επεξεργασίας του νερού.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η επιστήμη επέτρεψε σε ορισμένες επιχειρήσεις να προσαρμοστούν: οι παραγωγοί παρακολουθούν πλέον τη χημεία του νερού και ρυθμίζουν πότε και υπό ποιες συνθήκες θα το διοχετεύσουν στις εγκαταστάσεις τους.

Από τη Νέα Ζηλανδία έως τη Μεσόγειο

Στον νότιο Ειρηνικό, η Νέα Ζηλανδία παρακολουθεί επίσης τις συνέπειες της θέρμανσης των παράκτιων νερών. Κυβερνητική αξιολόγηση καταγράφει αύξηση της θερμοκρασίας σε παράκτιες περιοχές της τάξης των 0,2-0,3 βαθμών Κελσίου ανά δεκαετία και επισημαίνει την ιδιαίτερη ευπάθεια οργανισμών που ζουν προσκολλημένοι ή θαμμένοι στον βυθό.

Σε αντίθεση με πολλά ψάρια, τα οποία μπορούν να μετακινηθούν προς βαθύτερα ή ψυχρότερα νερά, ένα στρείδι ή μια αχιβάδα δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Πρέπει να επιβιώσει εκεί όπου βρίσκεται.

Αυτό ακριβώς κάνει τα οστρακοειδή ένα είδος «αισθητήρα» των αλλαγών που συντελούνται στις ακτές. Η θερμοκρασία, η αλατότητα, η ποιότητα του νερού, το διαθέσιμο οξυγόνο, η οξίνιση και η παρουσία νέων θηρευτών μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την επιβίωση και την αναπαραγωγή τους.

Δεν εξαφανίζονται, αλλά ο χάρτης αλλάζει

Θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξει κανείς ότι οι θάλασσες του πλανήτη «αδειάζουν» συνολικά από όστρακα. Υπάρχουν περιοχές και είδη που παραμένουν ανθεκτικά, ενώ η παγκόσμια υδατοκαλλιέργεια εξακολουθεί να παράγει τεράστιες ποσότητες μυδιών, στρειδιών και αχιβάδων.

Αυτό που δείχνουν όμως τα στοιχεία από τη Γαλικία, την Ιταλία, τη Βόρεια Αμερική και τον Ειρηνικό είναι μια σημαντική μεταβολή: σε ορισμένες παραδοσιακές ζώνες παραγωγής, είδη που επί δεκαετίες αποτελούσαν δεδομένο μέρος του οικοσυστήματος και της τοπικής οικονομίας υποχωρούν απότομα.

Και πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται ολόκληρες παράκτιες κοινωνίες. Η οστρακοαλιεία δεν αφορά μόνο ένα προϊόν που φτάνει στο εστιατόριο ή στην ψαραγορά. Αποτελεί εισόδημα για αλιείς και καλλιεργητές, τροφοδοτεί μονάδες επεξεργασίας, εξαγωγές και τουρισμό και, σε περιοχές όπως η Γαλικία, αποτελεί κομμάτι μιας παράδοσης αιώνων.

Οι θάλασσες, επομένως, δεν αδειάζουν παντού από όστρακα. Αλλά ο χάρτης τους αλλάζει και σε ορισμένες ακτές αλλάζει ήδη με ανησυχητική ταχύτητα.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here